Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΝΕΜΕΝΟΣ: Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΝΕΜΕΝΟΣ

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

και δυο κείμενα για τη γυναίκα και την οικογένεια

Εισαγωγή: Πάρις Δάγλας

ISBΝ: 978-960-98084-1-5, διάστ. 21Χ14, σελ. 144, τιμή 8,50 €

Ο Νικόλαος Κονεµένος (1832-1907) µε το πρωτοπόρο έργο του έχει να προτείνει µόνο ριζικές λύσεις. Καθολικός νους, ακονιζόμενος από τα προσωπικά του βιώματα και την άρνηση της μεγαλοαστικής του καταγωγής, πάντα µε οξυμμένη ευαισθησία και ρηξικέλευθο πνεύμα, αναθρεμμένος µε τον επτανησιακό ριζοσπαστισμό έγραψε για ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων. Υπήρξε και έμεινε γνωστός ως ο πρώτος δημοτικιστής, τρεις δεκαετίες πριν τον Ψυχάρη. Στο εκτεταμένο κείμενό του Η Διαθήκη μου (1901) προσποιούμενος ότι κέρδισε 1.200.000 $ στο αμερικάνικο λαχείο, εξαπολύει μια ανελέητη σάτιρα σε πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής του, και με την άνεση που του δίνει ο «αμύθητος» πλούτος του εξαγγέλλει ένα πρόγραμμα ριζικών αλλαγών για την Κερκυραϊκή κοινωνία όπου ζει, αλλά και για την υπόλοιπη χώρα. Στα κείμενά του Η Οικογένεια και Η Γυναίκα, γραμμένα κατά το 1880, γίνεται κήρυκας της ανάγκης να χειραφετηθεί η γυναίκα από την πατρικά και συζυγικά δεσμά, καταγγέλλοντας τον γάμο ως ένα θεσμό που αντίκειται στην ερωτική φύση του ανθρώπου. Οι επαναστατικές του ιδέες για την πολιτειακή οργάνωση και τους κοινωνικούς θεσµούς, την οικογένεια και τις σχέσεις των δύο φύλων, πάντα διατυπωμένες µε χιούμορ και ανθρωπιά, αντηχούν ακόμα και σήμερα σαν πραγματικές διανοητικές αστραπές πάνω στα σύγχρονα προβλήματα.

«Αν τον κόσµο τον κυβερνούσαν οι γυναίκες, ο κόσµος θα εκυβερνιότουν πολύ πλέον δίκαια, πολύ πλέον φιλάνθρωπα και πολύ πλέον σύµφωνα µέ την φύσιν παρ’ ο,τι τώρα που τον κυβερνούν οι άντρες

Της δύστυχης της γυναικός εµείς οι άρπαγες και οι σκληροί της επήραµε ο,τι κι αν είχε· της επήραµε περιουσία και ελευθερία· εµείς της επεριορίσαµε την ενέργεια των αισθηµάτων της, που είναι ο πλέον πολύτιµος θησαυρός της· εµείς την εκάµαµε να ακούσει όλο το βάρος του συχαντερού ζυγού µας· εµείς την εφονέψαµε· έχοµε τον εγωϊσµό και την αναισθησία να πιστεύοµε, πως µία τέτοια κατάσταση την ζητάει η φύσις· η γυναίκα δεν γνωρίζει την αιτία που βρίσκεται σήµερα σε αυτή την κατάσταση, αλλ’ όµως το άδικο που της γένεται το αισθάνεται... Ω γυναίκα! η τύχη η δική σου είναι η τύχη όλης της ανθρωπότητος· ο άντρας έπρεπε να είναι δούλος σου, και ο άντρας σε κυριεύει. Αλλά τι να κάµοµε, δύστυχη; ή που να πάµε;»

PIERRE LOUŸS: ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΛΙΤΩΣ


PIERRE LOUŸS

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΛΙΤΩΣ

Μεταφραστής: Γκρέκο

Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σημειώσεις: Νίκος Σταμπάκης

ISBΝ: 978-960-98084-6-0, διάστ. 17Χ12, σελ. 192, τιμή 8,00 €

Ποιος αναπλάθει αυτόν τον χαμένο κόσμο του εξαίσιου ερωτισμού, αυτήν τη γιορτή των αισθήσεων που τραβά ως το θάνατο; Η Βιλιτώ, αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια από την Παµφυλία, φίλη και ερωμένη της Σαπφώς, ιερή εταίρα; Ή ο Πιερ Λουίς «μεταφραστής» της αλλά και δημιουργός της, παγανιστής στο κατώφλι του σύγχρονου κόσμου;

Τα Τραγούδια της Βιλιτώς χαρακτηρίστηκαν ως ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της ερωτικής λογοτεχνίας, µε τεράστια επιρροή στις αναπαραστάσεις και θεωρήσεις της σεξουαλικότητας κατά τον 20ό αιώνα. Αποτέλεσαν λογοτεχνική φάρσα του συγγραφέα, αφού απέδωσε την πατρότητά τους όχι στον εαυτό του, για τον οποίο κράτησε απλά τη θέση του μεταφραστή, αλλά στη φανταστική Βιλιτώ από την Παµφυλία, την οποία βάζει να αυτοβιογραφείται μέσα από επιγράμματα που περιγράφουν διάφορα περιστατικά της ερωτικής της ζωής. Η Βιλιτώ –κατά τον συγγραφέα– υπήρξε ακόλουθη της Σαπφώς στην Λέσβο, που στη συνέχεια, μετά το χωρισμό της µε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της την Μνασιδίκα, έγινε περίφημη εταίρα στην Κύπρο.

Ο συγγραφέας: Μια απ’ τις πιο ιδιότυπες περιπτώσεις της ύστερης γενιάς του γαλλικού συμβολισμού, ο Pierre Louÿs (1870-1925) έζησε τις τελευταίες δύο δεκαετίες της ζωής του μακριά από την κοινωνική ζωή, αφοσιωμένος στη συγγραφή πληθώρας ερωτικών κειμένων, που ενίοτε φτάνουν στις παρυφές του πορνογραφήματος. Τα πιο τολμηρά από αυτά εκδόθηκαν μετά το θάνατό του. Μολονότι συναναστράφηκε ελάχιστα τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του, ο Louÿs αποτέλεσε πρότυπο για συγγραφείς της γενιάς του όπως ο André Gide και ο Paul Valéry, ενώ ο Claude Debussy μελοποίησε κάποια από τα κείμενα της Βιλιτώς το 1896-7.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΒΙΛΙΤΩ

Άλλες γυναίκες ντύνονται μ’ άσπρο μαλλί. Άλλες φορούν μετάξι και χρυσάφι. Άλλες στολίζονται με λουλούδια, με πράσινα φύλλα και με τσαμπιά σταφυλιών.

Εγώ δεν ξέρω να ζω, παρά γυμνούλα. Αγαπημένε μου, πάρε με όπως είμαι: χωρίς φόρεμα, χωρίς κοσμήματα, χωρίς σαντάλια· να η Βιλιτώ ολάκερη.

Τα μαλλιά μου είναι μαύρα με τη μαυρίλα τη δικιά τους, τα χείλη μου κόκκινα με το δικό τους κοκκινάδι. Οι μπούκλες μου κυματίζουν ολόγυρά μου, ελεύθερες και στρογγυλές σα φτερούγες.

Πάρε με έτσι, όπως μ’ έκαμε η μάνα μου μέσα σε μια νύχτα μακρυνού έρωτα, κι αν σ’ αρέσω μην ξεχάσεις να μου το πεις.


ΣΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΗΣ

Λουλουδένιες σάρκες, ω στήθη μου! πόσον είσθε γεμάτα από ηδυπάθεια! Στήθη μου, όταν σας βάζω μέσα στα χέρια μου, πόσον μου φαίνεστε μαλακά και ζεστά και ευωδιασμένα.

Άλλοτε είσαστε παγωμένα σαν ένα στήθος αγάλματος, και σκληρά σαν τα μάρμαρα τα αναίσθητα. Από τότε που ελυγίσατε σας αγαπώ περισσότερο, εσάς που αγαπηθήκατε τόσο.

Το λείο και φουσκωμένο σχήμα σας είναι η δόξα του μελαχροινού κορμιού μου. Είτε σας φυλακίζω κάτω από το χρυσόπλεχτο δίχτυ, είτε σας ελευθερώνω και σας αφήνω ολόγυμνα, εσείς μου φανερώνετε πρώτα τη μεγαλόπρεπη ομορφιά σας.

Ας είστε λοιπόν ευτυχισμένα απόψε. Αν τα δάχτυλά μου γεννούν τα χάδια, σεις μόνα θα το μάθετε ως αύριο το πρωί. Γιατί αυτή τη νύχτα η Βιλιτώ πληρώνει τη Βιλιτώ.

Ο ΚΟΡΦΟΣ ΤΗΣ ΜΝΑΣΙΔΙΚΑΣ

Άνοιξε προσεχτική το χιτώνα της με το ένα χέρι και μου έδειξε τον κόρφο της τον τρυφερό και ζεστό, όπως προσφέρουνε στη θεά ένα ζευγάρι ζωντανά τρυγόνια.

«Αγάπα τα πολύ, μου είπε, τ’ αγαπάω τόσο κι εγώ! Είναι αξιαγάπητα σα μικρά παιδάκια. Φροντίζω γι’ αυτά σα μένω μονάχη. Παίζω μαζί τους· τους κάνω ευχαρίστηση.

»Τα λούζω με γάλα. Τα πουντράρω με άνθη. Τα μεταξωτά μαλλιά μου με τα οποία τα σφογγίζω, ευχαριστούν τις μικρές ρώγες των. Τα χαϊδεύω ανατριχιάζοντας. Τα κοιμίζω μέσα σε μαλλί.

»Αφού δε θα κάμω παιδιά, γίνου το βρέφος τους, αγάπη μου, και αφού βρίσκονται τόσο μακρυά από το στόμα μου φίλησέ τα για μένα».

ΤΟ ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Αγάπα με, όχι με χαμόγελα, με ανθούς, με πλεγμένα λουλούδια, άλλα με την καρδιά σου και τα δάκρυά σου, όπως σ’ αγαπάω κι εγώ, με το στήθος μου και τ’ αναφυλλητά μου.

Όταν ο κόρφος σου ακουμπάει στον κόρφο μου, όταν αιστάνομαι τη ζωή σου ν’ αγγίζει τη δικιά μου, όταν τα γόνατα σου υψώνονται ξοπίσω μου, τότε το λαχανιασμένο στόμα μου δεν ξέρει πια να βρει το δικό σου.

Σφίξε με όπως σε σφίγγω! Ιδές, ο λύχνος ξεψυχά και κυλάμε μέσα στη νύχτα· κρατώ ωστόσο αγκαλιασμένο το λυγερό κορμάκι σου και ακούω τον ατελείωτο στεναγμό σου...

Βόγγα, βόγγα, βόγγα, ω γυναίκα! Η αγάπη μάς σέρνει προς τον πόνο. Λιγότερο θα πονούσες επάνω σ’ αυτό το κρεβάτι για να φέρεις στον κόσμο ένα παιδί, παρά για να γεννήσεις τον έρωτά σου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο πρώτος μου χάρισε ένα περιδέραιο, ένα περιδέραιο από μαργαριτάρια, που αξίζει όσο και μια πολιτεία με τα παλάτια της και τους ναούς της και τους θησαυρούς της και τους σκλάβους της.

Ο δεύτερος έπλεξε για μένα στίχους. Έλεγε πως τα μαλλιά μου είναι μαύρα σαν τα μαλλιά της νύχτας και τα μάτια μου γαλάζια σαν τα μάτια της αυγής.

Ο τρίτος ήτονε τόσο όμορφο παλληκάρι, που κοκκίνιζε κι αυτή η μάνα του σαν τον φιλούσε. Έβαζε τα χέρια του απάνου στα γόνατά μου και κολλούσε τα χείλη του στο γυμνό μου ποδάρι.

Συ τίποτε δε μου ’πες. Τίποτε δε μου ’δωσες γιατ’ είσαι φτωχός. Κι ούτε ωραίος δεν είσαι. Όμως εσένα αγαπώ.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΡΑΣΤΗ

Αν θέλεις να σ’ αγαπήσει μια γυναίκα, ω νεαρέ φίλε, όποια κι αν είναι, μην της λες πως τη θέλεις, μα κάνε να σε βλέπει κάθε μέρα, κι υστέρα εξαφανίσου για να ξαναγυρίσεις πάλι.

Αν σου μιλήσει, να είσαι ερωτικός χωρίς πολύ ζήλο. Μόνη της θα ’ρθει σ’ εσένα. Αλλά κοίταξε να την αποχτήσεις με δύναμη την ημέρα που πρόκειται να σου δοθεί.

Όταν τη δεχτείς στην κλίνη σου, μη φροντίζεις για την ευχαρίστηση τη δική σου. Τα χέρια μιας γυναίκας αναμμένης από τον έρωτα, τρέμουν και δε μπορούν να χαϊδέψουν. Απάλλαξέ τα από το έργο αυτό.

Μα συ, κοίταξε να μη ζητήσεις ανασασμό. Μάκραινε τα φιλιά όσο βαστά η αναπνοή σου. Μην την αφήσεις να κοιμηθεί, όσο κι αν στο ζητάει. Και φίλα πάντα κείνο το μέρος του κορμιού της, όπου γυρίζει τα μάτια της.