Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Πολλές ευχές με ένα παραμύθι!!!

Οι εκδόσεις-βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς σας εύχονται καλές γιορτές και σας χαρίζουν ένα παραμύθι...

Η Μάρω και οι καλικάτζαροι*


Μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά τα χρόνια, τα Χριστούγεννα έρχονταν οι καλικάτζαροι στον επάνω κόσμο και καθόταν μέχρι που φωτίζανε τα νερά την ημέρα των Φώτων. Όποιον έβρισκαν έξω την νύχτα του έκαναν κακό.

Σ’ ένα χωριό ζούσε μια κακιά γυναίκα που είχε μια δικιά της κόρη και μια προγονή που ήταν πιο όμορφη από τη δική της και δεν τη χώνευε καθόλου και ήθελε να της κάνει κακό. Την στέλνει μια μέρα να αλέσει στάρι στον νερόμυλο έξω από το χωριό. Η κακομοίρα άρχισε να κλαίει στον δρόμο που πήγαινε γιατί φοβότανε τα καρκατζούλια (καλικάτζαρους) που μαζεύονταν στους νερόμυλους και έπαιζαν με τ’ αλεύρι.

Σαν νύχτωσε και η φτωχή κοπέλα δε μπόρεσε να τελειώσει και να γυρίσει πίσω στο χωριό νωρίς, πλάκωσε μέσα στο μύλο να κρυφτεί μέχρι το πρωί.

Την είδαν οι καρκάτζαλοι και άρχισαν να την ρωτάνε πως την λένε κι εκείνη είπε Μάρω τη λένε.

Της λέει τότε ο αρχικαρκάτζαλος να τον παντρευτεί κι εκείνη τότε για να γλυτώσει ώσπου να φέξει ζήτησε να της φέρουν καινούργια ρούχα για να γίνει ο γάμος και ζήτησε να της φέρουν καβάδι. Τρέχουν οι καρκάτζαλοι στα μαγαζιά, βρίσκουν καβάδι και το πηγαίνουν κι άρχισαν να φωνάζουν: «Μάρω, Καρκάρω, πότε θα σε πάρω;»

Τότε τους λέει ο Μάρω: «Ξέχασα να σας πω να μου φέρετε και σαγιά, χωρίς αυτό πως θα παντρευτώ;»

Τρέχουν οι καρκάτζαλοι, την φέρνουν το σαγιά και φωνάζουν: «Μάρω, Καρκάρω, πότε θα σε πάρω;»

«Θέλω και παπούτσια», τους λέει αυτή. Τρέχουν, την φέρνουν και παπούτσια και φωνάζουν πάλι: «Μάρω, Καρκάρω, πότε θα σε πάρω;»

«Θέλω και φλουριά για το γάμο», τους λέει. Τρέχουν πάλι οι καρκάτζαλοι, βρίσκουν τα φλουριά και τα φέρνουν στη Μάρω. Φωνάζουν πάλι: «Μάρω, Καρκάρω, τώρα θα σε πάρω!»

Τότε τους λέει η Μάρω: «Μετά το γάμο τι θα φάμε; Να μου φέρετε μια κουτάλα λάδι να φτιάξουμε χυλό για να φάμε». Ώσπου να φέρουν το λάδι οι καρκάτζαλοι, έφεξε κι αυτοί κρύφτηκαν. Τότε η Μάρω φορτώνει το άλεσμα και γυρίζει στο σπίτι.

Την βλέπει η μητριά της που γύρισε και φορτωμένη με δώρα, τη ρωτάει τι έγινε, κι αυτή της τα είπε όλα, πως τα πήρε, όπως ακριβώς έγιναν. Η μητριά ζήλεψε κι έστειλε και τη δικιά της κόρη στο μύλο για να πάρει δώρα.

Μόλις έφτασε στο μύλο και νύχτωσε τη βλέπουν οι καρκάτζαλοι και άρχισαν να φωνάζουν: «Μάρω, Καρκάρω, πότε θα σε πάρω;» Τότε τους λέει αυτή: «Δε με λένε Μάρω, αλλά θέλω καβάδι, σάγια, παπούτσια και φλουριά κι άλλα πολλά πράγματα για να γίνω νύφη». Τρέχουν οι καρκάτζαλοι, τα παίρνουν όλα και γυρίζουν πίσω φωνάζοντας πότε θα γίνει ο γάμος. Τότε αυτή, έτσι κακιά που ήτανε, παίρνει τα δώρα και ετοιμάζετε να φύγει. Όμως δεν είχε φέξει να κρυφτούν οι καρκάτζαλοι, που την πιάνουν και την κάνουν μπλε-μαρέ απ’ το ξύλο. Την βάζουν στο γαϊδούρι και την στέλνουν στο χωριό. Μόλις τη βλέπει η μάνα της στα χάλια που είχε, την ρωτάει τι έγινε, κι αυτή της λέει ότι μετά τα δώρα που της έφεραν, αυτή ετοιμάστηκε να φύγει, την πιάσαν τότε και την έκαναν σ’ αυτά τα χάλια.

Η Μάρω τη χρονιά εκείνη βρήκε ένα καλό παλικάρι, παντρεύτηκε, έκανε πολλά παιδιά και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα…


*Παραμύθι είναι από την Κυψέλη Καρδίτσας και συνέλλεξε ο Ε. Ζάχος Παπαζαχαρίου. Η εικόνα είναι λαϊκή χρωμολιθογραφία και εκτίθεται στο Λαογραφικό Μουσείο Αγιάσου της Λέσβου.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Στη Χίο με τον Anatol de Meibohm


Αλέκος Δ. Ζούκας

Στη Χίο με τον Anatol de Meibohm

ISBΝ: 978-960-9441-22-3, διάστ. 12Χ17, σελ. 160, τιμή 10,65

To οδοιπορικό με τους δύο παράκαιρους συνταξιδιώτες θα μπορούσε, άραγε, να είναι ένα απωθημένο του συγγραφέα; Ή προέκυψε από μια ελλοχεύουσα ζήλια προς τον Anatol de Meibohm που είχε την τύχη να προηγηθεί κατά μισό αιώνα στο νησί, αφήνοντας τον συγγραφέα να ψάχνει μόνος στα σκοτάδια της παρουσίας του; Ίσως! Όμως γράφονται βιβλία με μοναδικό κίνητρο τη ζήλια; Κι όμως γράφονται ακόμα κι από κλασικούς...

Μπορεί από τη μία να είναι η πλήρωση ενός χρονικού κενού, που δημιουργείται από την αμηχανία μπροστά στην γοητεία των εικόνων και των ενθυμήσεων απ’ την ατελή εμπειρία του συγγραφέα στην Χίο, και η προσπάθεια ερμηνείας τους από την άλλη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως σύλληψη μιας ανεπαίσθητης ρωγμής απ’ την οποία μπορεί κανείς να αντικρίσει τον Τόπο και τις μοναχικές διαδρομές των ανθρώπων του. Ίσως τελικά να είναι ένα έργο στα όρια του πραγματικού με το φανταστικό, ένα βιβλίο μετέωρο του οποίου οι αιρετικές ιστορικές αναφορές, μ’ έναν μαγικό τρόπο, απέτρεψαν την πτώση του.

Οπωσδήποτε όμως η συγγραφή του αποτέλεσε για τον συγγραφέα μιαν άσκηση για τη συνειδητοποίηση του Χρόνου και του Τόπου. Και οι δύο αποτελούν -ενίοτε σκοπίμως- τις πλέον παρεξηγημένες έννοιες στην ιστορία του πολιτισμού καθώς ο Χρόνος μπορεί να συμπιεσθεί και ο Τόπος μπορεί να κατακτηθεί. Η άποψη για την συμπίεση του Χρόνου απέβλεπε δολίως στην υπερεκμετάλλευση των ασθενέστερων, ενώ η κατάκτηση του Τόπου στην υποταγή του στις ορέξεις των εξουσιαστών του. Ή, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «Στίφη, ξαναμμένα από την κάψα των ερήμων της Ανατολής κι άλλα με την ανατριχίλα του βορρά στα δόντια κατέληγαν στο φιλόξενο Aρχιπέλαγος. Γρήγορα ξεχνούσαν τα βάσανα που τους έσπρωξαν στην αποδημία και ονειρεύονταν την κατάκτηση, την υποταγή της ομορφιάς στις ορέξεις τους... κι έμειναν έτσι στην ιστορία με τα στόματα ανοιχτά και τα μάτια γουρλωμένα, μάσκες κρεμασμένες στο βρόγχο της απληστίας τους. Με τέτοια κουφάρια είναι στρωμένος ο πάτος του Αιγαίου… Και θα περάσουν κι άλλοι και μάλλον οι άνθρωποι ποτέ τους δεν θα θελήσουν να καταλάβουν ότι οι τόποι δεν κατακτώνται, αλλά κατακτούν». Αλίμονο όμως, σ’ αυτά τα «αθώα» αρχικά ψεύδη της συμπίεσης του Χρόνου και της κατάκτησης του Τόπου βασίστηκε ένας ολόκληρος Πολιτισμός Απληστίας, ο σύγχρονος δηλαδή πολιτισμός του αναπτυγμένου κόσμου.

Ο Αλέκος Δ. Ζούκας εργάστηκε επί σειρά ετών ως αρθρογράφος και ρεπόρτερ σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα. Υπήρξε κειμενογράφος και ερευνητής σε σειρές ντοκιμαντέρ για την Ελληνική Τηλεόραση και παραγωγός εκπομπών στα ραδιόφωνα της ΕΡΑ όπου εργάζεται το τελευταίο χρονικό διάστημα. Συμμετείχε συγγραφικά στο συλλογικό έργο των Οικοτουριστικών Οδηγών της Πίνδου (11 τόμοι, 2003-2005) και στο βιβλίο Ενθύμιον Χώρας Τυρνάβου (1994) των εκδόσεων Έλλα. Προσωπικά του έργα είναι: Γεύσεις της Θεσσαλίας, Ιστορική-ανθρωπολογική προσέγγιση της Θεσσαλικής Διατροφής, (2008), Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Ολύμπου Ελασσόνας (2009), Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Κισάβου-Μαυροβουνίου (2009), Όλυμπος-Κίσαβος-Μαυροβούνι, Ιστορία, Φύση, Κοινωνία, Οικισμοί, (2009). Έχει συγγράψει συνοδευτικά ιστορικο-αισθητικά δοκίμια για τους δίσκους παραδοσιακής μουσικής Σμίξη-Γρεβενών (1991), Τα τραγούδια της Νεβρόπολης Καρδίτσας (1993), Γράβα, Ζαγορίσια και Γιαννιώτικα (2001), Παδιώτικο Γλέντι-Κόνιτσα (2002) και Πασχαλιόγορτα Δήμου Ποταμιάς (2005). Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Φαρφουλάς των τελευταίων χρόνων.


Διαβάστε την αναλυτική και εμπεριστατομένη κριτική παρουσίαση του βιβλίου από τον Θωμά Ψύρρα.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

René Crevel: Το πνεύμα ενάντια στο Λόγο

René Crevel

Το πνεύμα ενάντια στο Λόγο

Δοκίμια για τον Υπερρεαλισμό

Μετάφραση-Επιμέλεια -Εισαγωγή -Σημειώσεις: Νίκος Σταμπάκης

ISBΝ: 978-960-9441-24-7, διάστ. 17Χ12, σελ. 256, τιμή 12,00 €


«Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα. Και ιδείτε την περιφρόνησή του για τους βραχόκηπους, για τα μασκαρέματα. Το βιβλίο των ονείρων του το διαβάζει όπως τα πρακτικά εκείνα μαθήματα, όταν, παιδί, προσπάθησε να μάθει την οικονομία του κόσμου, την πορεία του χρόνου, τις ιδιοτροπίες των στοιχείων και τα μυστήρια των τριών βασιλείων. Είναι, πεντακάθαρα, μι’ αφήγηση με χρώματα πιο πειστικά, πιο επικίνδυνα απ’ όσο το θρυλικό άσμα των σειρήνων».


Ο René Crevel (1900-1935) υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του υπερρεαλισμού, στον οποίο συμμετείχε από τις απαρχές του κινήματος μέχρι την αινιγματική αυτοκτονία του. Το πολύπλευρο έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα και ποίηση, ενώ ο πυρήνας της σκέψης του αποτυπώνεται με διαύγεια στο θεωρητικό του έργο.

Στα δοκίμια που απαρτίζουν τον παρόντα τόμο διαφαίνεται η αγωνιώδης του αναζήτηση της ανθρώπινης ολότητας, με τα εργαλεία της ψυχανάλυσης, της κοινωνικής επανάστασης (στην οποία δόθηκε μέχρι τέλους μέσω της ένταξής του στο κομμουνιστικό κίνημα), πάντα με κρίσιμο καταλύτη τον υπερρεαλισμό.

ΓΡΑΨΕ ΣΒΗΣΕ “ΜΟΥ Π*Δ’’ΞΕΣ ΤΗΝ ΙΔΕΑ”

Ομάδα «Γομολάστιχα»

ΓρAψε σβησε

“μου π*δ’’ξεσ την ιδεα”

διηγήματα, ISBΝ: 978-960-9441-21-6, διάστ. 17Χ12, σελ. 128, τιμή 11,00 €

Μου πηδήξατε την ιδέα!

Σας έφερα εδώ ό,τι µπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Γοργόνες που πάνε στον γυναικολόγο, νησιά µικρά όσο ένα πλυντήριο, ψιλικατζήδες µαµάκηδες, πολυκαταστήµατα και τραγούδια της Θείας Λένας, τον ίδιο τον Personal Jesus, αιµοσταγείς πιανίστες, ασθµαίνοντες αγγελιαφόρους, Αλβανούς απόφοιτους του Ελληνισµού, τον Οιδίποδα να αγναντεύει τον Καιάδα, ανάσες δυσβάσταχτες υπό τους ήχους Ηeavy Μetal, το ρολόι του πατέρα µου, ακόµα και την απόλυτη µέρα.

Τι άλλο θέλετε πια για να ’στε ευχαριστηµένοι;


Η συγγραφή είναι στη βάση της µια µοναχική διαδικασία. Πώς µπορεί, λοιπόν, να υπάρξει οµαδική συγγραφική δουλειά; Στη «Γοµολάστιχα» το προσπαθήσαµε.

Ο πειραµατισµός µας ξεκίνησε το 2008. Αν και όλοι ήδη γράφαµε µικρά και µεγαλύτερα πεζά κείµενα, θέλαµε να κουβεντιάσουµε και να µοιραστούµε τη µικρή πείρα που είχαµε αποκτήσει γράφοντας. Αυτό θα µας βοηθούσε να αναβαθµίσουµε τα κείµενά µας.

Δεν υπήρχε η δυνατότητα να έχουµε έναν δάσκαλο γραφής, αν και πολλοί από εµάς είχαν ήδη παρακολουθήσει αξιόλογα µαθήµατα δηµιουργικής γραφής. Δοκιµάσαµε, λοιπόν, κάτι άλλο, χωρίς προηγούµενο, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζουµε: Τα γραπτά µας, αποτέλεσµα δουλειάς µοναχικής φυσικά, τα εκθέταµε για σχολιασµό και διόρθωση στη µικρή µας οµάδα, που σιγά σιγά αυξήθηκε και αριθµεί σήµερα οκτώ µέλη. Το κάθε γραπτό ήταν στη διάθεση των υπολοίπων, συχνά γινόταν αντικείµενο ανελέητης κριτικής και πολλές φορές άλλαζε συθέµελα. Μας πονούσε η κριτική, έπρεπε να σβήνουµε περισσότερο παρά να γράφουµε, πολύ συχνά να πετάµε κοµµάτια που αγαπούσαµε· οι ιδέες µας µετασχηµατίζονταν µέσα από τη συζήτηση και τις δοκιµασίες της. Δεν είναι τυχαίο που βαφτίσαµε την οµάδα µας «Γοµολάστιχα».

Και δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος από εµάς, αγανακτισµένος από τις συνεχείς διορθώσεις, γύριζε και έλεγε: «Αµάν πια! Μου πήδηξες την ιδέα!».

Και είµαστε κι οι οκτώ άνθρωποι πηγµένοι στην καθηµερινότητα, µε έρωτες, δουλειές, οικογένειες, παιδιά, σκυλιά, γατιά, φίλους και φυσικά οικονοµικές σκοτούρες. Αυτό που µας ενώνει είναι πως πιστεύουµε ότι αξίζει τον κόπο να θυσιάζουµε χρόνο και φαιά ουσία για να ασχολούµαστε ο ένας µε τα κείµενα του άλλου και να συναντιόµαστε δύο φορές το µήνα για µαραθώνιους συζήτησης επί των κειµένων. Με τα χρόνια, γίναµε και φίλοι πολύτιµοι, αλλά αυτό δεν µας εµπόδισε να συνεχίσουµε την άτεγκτη κριτική για τα κείµενα της οµάδας. Έτσι, έχουµε εξασφαλισµένο ένα λιλιπούτειο αλλά απαιτητικό αναγνωστικό κοινό.

Τα καλύτερα από τα κείµενά µας αποφασίσαµε να τα εκδώσουµε κι έτσι φτάσαµε στη συλλογή που κρατάτε στα χέρια σας. Αποτελείται από είκοσι ένα διηγήµατα µε κοινό χαρακτηριστικό το ότι είναι όλα τους δουλεµένα μέσα στην οµάδα µας. Καλή ανάγνωση!

Την ομάδα Γομολάστιχα αποτελούν οι: Γιούλη Αναστασοπούλου, Μανώλης Βελισκάκης, Π. Μ. Ζερβός, Κατερίνα Κοροµπίλη, Αγγελική Μαρίνου, Νίκος Ξένιος, Σοφοκλής Ρόκος, Ελένη Χριστοφοράτου.

http://gomolastixa.blogspot.com

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην Ελευθεροτυπία 10/12/2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Για ποιο λόγο έγινε η μετακόμιση στο νέο χώρο;

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΡΑΒΟΛΑΣ: Κάπως τυχαία. Είδαμε τον χώρο που είχε αδειάσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης και σκεφτήκαμε ότι θα μας έκανε περίφημα, καθώς αυτός που είχαμε μας ήταν ήδη στενός τελευταία.

Α.Σ.: Πώς επηρεάζει τις εκδόσεις;

Δ.Κ.: Χωρίς να είναι ένα «άλμα» για μας, γίνονται πιο βολικά τα πράγματα από άποψη χώρου και δυνατοτήτων.

Α.Σ.: Ο νέος χώρος θα βοηθήσει περισσότερο στην προβολή και προώθηση των βιβλίων σας;

Δ.Κ.: Πιστεύω πως θα μας βοηθήσει να κάνουμε πιο εύκολα κάποιες δραστηριότητες που θέλαμε από καιρό, όπως εκθέσεις και εκδηλώσεις.

Α.Σ.: Πόσο εύκολο ήταν να πραγματοποιηθεί η μετακίνηση;

Δ.Κ.: Ηταν κάτι που έγινε με κέφι και με τη βοήθεια αρκετών φίλων.

Α.Σ.: Δεν υπήρχαν σκέψεις να γίνει πιο αργά;

Δ.Κ.: Η μόνη σκέψη ήταν το πότε θα γίνουν τα εγκαίνια.

Α.Σ.: Θα φιλοξενούνται κι άλλα βιβλία πέρα από τα δικά σας;

Δ.Κ.: Βεβαίως. Θα έχουμε μια σειρά από βιβλία που θα θέλαμε να είχαμε εκδώσει εμείς, αλλά ευτυχώς... μας πρόλαβαν άλλοι. Βιβλία εκδοτών που έχουμε σχέσεις συνεργασίας, αλληλοεκτίμησης και αλληλοσεβασμού, σχέσεις αλληλέγγυες και όχι -όπως προβάλλουν οι καιροί- ανταγωνιστικές. Είμαστε κατά του ανταγωνισμού και ευτυχώς, δεν είμαστε οι μόνοι...

Α.Σ.: Δεν θέλετε να γίνει ένα κλασικό σύγχρονο βιβλιοπωλείο;

Δ.Κ.: Θέλουμε απλώς να στήσουμε το βιβλιοπωλείο τού Φαρφουλά δίπλα σε μια σειρά άλλα ωραία βιβλιοπωλεία, που έχουμε τη τύχη να βρίσκονται γύρω μας.

Α.Σ.: Η επαφή με το αναγνωστικό κοινό είναι το ζητούμενο;

Δ.Κ.: Είναι το πρωτεύον ώστε να μπορούν να δοκιμάζονται και να εξελίσσονται οι ιδέες και... οι συγγραφείς.

Α.Σ.: Προφανώς ο χώρος βοηθά στο να γνωρίσεις τον κόσμο.

Δ.Κ.: Οσο αφορά την κοινωνική επαφή, ο συγκεκριμένος χώρος έχει δοκιμαστεί αρκετά επιτυχημένα από τον προκάτοχό του. Οπως λέει ο τσέχος σουρεαλιστής Jan Svankmajer, «τα αντικείμενα και οι χώροι υπήρξαν μάρτυρες ανθρωπίνων πράξεων, συμβάντων και της τύχης αυτών. Δεν είναι άψυχα αντικείμενα, έχουν εσωτερική ζωή. Προτού χρησιμοποιήσεις έναν χώρο προσπάθησε να τον αφουγκραστείς».

Α.Σ.: Το γεγονός ότι πριν από σας υπήρχαν εδώ οι εκδόσεις Γαβριηλίδη σάς βοηθάει;

Δ.Κ.: Και πιο πριν ήταν οι εκδόσεις Δόμος. Από τη γειτονιά αρκετοί μάς είπαν ότι χαρήκανε που συνεχίζει να είναι βιβλιοπωλείο. Ειδικά στις εποχές που ζούμε είναι σημαντικό να βλέπεις ανθρώπους που τους ενδιαφέρει να υπάρχουν τα βιβλιοπωλεία στη γειτονιά τους.

Α.Σ.: Πώς κάνει κανείς μια τέτοια κίνηση αυτή την εποχή;

Δ.Κ.: Αρχή μας είναι να αγωνιζόμαστε γι' αυτά που θέλουμε, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συγκυρίες. Αλλωστε στη ζωή ποτέ δεν υπάρχουν ιδανικές συνθήκες για να εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας.

Α.Σ.: Αν δεν ήταν βιβλιοπωλείο πριν, θα άλλαζε κάτι για σας;

Δ.Κ.: Ισως θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος προσαρμογής. Το βιβλίο δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για το άπλωμα ουσιαστικότερης επικοινωνίας.

Α.Σ.: Πώς αντιστέκονται τα βιβλιοπωλεία στην εποχή του Διαδικτύου;

Δ.Κ.: Προάγοντας τη δυνατότητα της «αφής», δηλαδή της φυσικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, κάτι που μέσω του Διαδικτύου είναι αδύνατο. Η δυναμική τής αφής είναι ένας αρχέγονος και πολύ αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας, δυστυχώς αρκετά παραγκωνισμένος σήμερα από τον σύγχρονο εικονικό πολιτισμό. Μέσω αυτής, κυρίως, ένα ανθρώπινο σύνολο μπορεί να έρθει σε ισορροπία αλλά και σε διάλυση.

Α.Σ.: Θα θέλατε μεγαλύτερο χώρο;

Δ.Κ.: Ο,τι κάνει κάποιος πρέπει να είναι στα ανθρώπινα μέτρα. Και τα ανθρώπινα μέτρα δεν είναι άπειρα.

Α.Σ.: Περιμένουμε νέα πράγματα από τις εκδόσεις Φαρφουλά;

Δ.Κ.: Ετοιμάζουμε το νέο τεύχος του περιοδικού και κάποια βιβλία που, αν και γραμμένα δεκαετίες πριν, ξαναγίνονται πιο επίκαιρα από ποτέ. *